Τρίτη 16 Ιανουαρίου 2018




Στην άκρη του χωριού, πριν από το ρέμα με τις καστανιές,  το έδαφος έκανε πολλά σκέρτσα. Ότι πρέπει για να παίξουν, για πολλαπλή φορά, κρυφτό ο Βασίλης με την Ελένη !
Μπορεί η μικρή να ήταν δύο χρόνια μικρότερη αλλά σπάνια κατάφερνε να  την νικήσει ο δωδεκάχρονος Βασίλης. Κρυβόταν στα πιο απίστευτα μέρη και η αλήθεια είναι πως η ανατολική πλευρά του χωριού ήταν ιδανική για τέτοιες κρυψώνες !!  Την φτούκα την έκανε συνέχεια ο Βασίλης ή στο πετρότοιχο του  Πρεκατσοσήφη ή σε κάποια από κείνες τις μεγάλες βελανιδιές.
Ανορθόδοξα η Ελένη  ήθελε μόνο να κρύβεται…

Η αλήθεια είναι πως ο ερχομός της στο χωρίο, στο σπίτι της γιαγιάς της, ήταν όνειρο για ένα κορίτσι της πόλης. Η γειτονιά δεν είχε πολλά παιδιά αλλά ο Βασιλάκης ήταν γι’ αυτήν η θάλασσα του καλοκαιριού της. 
    
Αυτή τη φορά όμως ο Βασίλης ανησύχησε. Πουθενά η Ελένη και είναι πάνω από είκοσι λεπτά που την ψάχνει.
Φοβήθηκε.
Το μυαλό του πήγε στο ρέμα με τις καστανιές. Μήπως γλίστρησε στο απόκρημνο μέρος  άμαθη όπως ήταν;   Τρομαγμένος όπως κατηφόριζε την πλαγιά   άκουσε το γέλιο της στην κορφή του ρέματος !!
- Φτου ξελευτερία Βασίλη !!!, Φτου ξελευτερία  !!!, φώναξε και εμφανίσθηκε με τον ήλιο πίσω της να την ντύνει  σ’ ένα αστραφτερό φόντο...
Ο μικρός ξεφύσηξε από ανακούφιση και σκούπισε το ιδρωμένο του μέτωπο με τα ματωμένα από τις καστανοκουβάρες χέρια του…

Κι ήταν το τελευταίο καλοκαίρι που την είδε….
Από όταν πέθανε η γιαγιά της, η Ελένη δεν ξαναήρθε στο χωριό…


Με τον εγγονό του ήταν και στην αναμονή ο μικρός έπιασε την κουβέντα με έναν μεσόκοπο κύριο στο απέναντι κάθισμα.
Δίπλα του, η μητέρα του, όπως είπε, ανέκφραστη στο καροτσάκι, εμ καρφωμένος το βλέμμα στο βάθος του διαδρόμου.
Όταν ο γιός της έκανε τις συστάσεις, ο  κυρ Βασίλης σάστισε.
Η Ελένη  δεν έδειξε καμία έκφραση και κράτησε σταθερά το βλέμμα της προς την ίδια κατεύθυνση.
Γιός και εγγονός, έπιασαν την ψιλή κουβέντα παράμερα…
- Καμία επαφή με το περιβάλλον, έλεγε ο γιός της, την ώρα που η Ελένη έχοντας σταθερό το βλέμμα στο βάθος του διαδρόμου, ψέλλισε «φτου ξελευτερία Βασίλη …»   
Ο Βασίλης με ογδόντα χρόνια στην πλάτη του,  ήταν ο μόνος που μπορούσε ν’ ακούσει το ψέλλισμα  εκείνου του κόσμου. Γιατί εξάλλου βούρκωσε;

          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος

Άρθρο υπ’ αρ. 313/ Κυριακή 14 Ιανουαρίου 2018.

Σχόλια αναγνωστών:

Δευτέρα 8 Ιανουαρίου 2018


Η καταραμένη πολυκατοικία της οδού Μόρνου.




            Η πολυκατοικία αρκετό καιρό τώρα έτριζε συθέμελα και οι τοίχοι πλησίαζαν ο ένας τον άλλον. Οι ένοικοι είχαν συνηθίσει  το περίεργο αυτό φαινόμενο μα ουδέποτε λάμβαναν έστω και τα ελάχιστα μέτρα προστασίας. Αντίθετα το μόνο που ενδιέφερε τους περισσότερους, ήταν η επικείμενη μείωση της αξίας της περιουσίας τους.

            Ο Φαίδωνας είχε επισκεφτεί πολλές φορές τον μηχανικό του ο οποίος τον διαβεβαίωνε ότι δεν υπάρχει πρόβλημα και πως όλα αυτά ήταν αδικαιολόγητοι φόβοι. Ιδίως, όταν του έκανε στο χαρτί υπολογισμούς σύμφωνα με τους οποίους η ιδιοκτησία του – εκείνο το δυαράκι του 4ου ορόφου – έχει τα ίδια χιλιοστά επί του οικοπέδου όπως ήταν και πριν αρχίσει αυτή η καταραμένη πολυκατοικία να συρρικνώνεται, τότε ήταν που ο Φαίδωνας ανακουφίστηκε.
            - Μειώνεται η επιφάνεια της δικής σου ιδιοκτησίας με την ίδια ταχύτητα που μειώνεται και των υπολοίπων. Άρα τα χιλιοστά παραμένουν σταθερά ! Επίσης δεν υπάρχει πρόβλημα στην στατικότητα του κτηρίου λόγω της ομοιόμορφης συρρίκνωσης όλων των διαμερισμάτων της! Προς τι ο φόβος σου λοιπόν;, του είπε ο μηχανικός.

            Το βράδυ ο Φαίδωνας ενημέρωσε και την Βίκυ.
            - Αν είναι έτσι τότε ας περιμένουμε με την ελπίδα να σταματήσουν οι τοίχοι να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον ώστε να μείνει αρκετός χώρος για μας. Αυτό μονάχα. Τα υπόλοιπα διορθώνονται.
            Ξάπλωσαν κάπως ανακουφισμένοι έστω και αν, στον ύπνο τους, πάντα έκαναν τις κρυφές τους μετρήσεις, ελέγχοντας πόση απόσταση είχε μείνει μεταξύ του δυτικού τοίχου και της ντουλάπας του υπνοδωματίου.

            Οι λόγοι κατάρρευσης της πολυκατοικίας δύο χρόνια μετά οφειλόταν ακριβώς στο ότι τελικά δεν υπήρχε ισόρροπη συρρίκνωση των διαμερισμάτων ! Κάποια από αυτά, όπως του ξεχασμένου ακόμα και από τα παιδιά του Παυλή, συρρικνώνονταν πολύ πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα.  Οι εφημερίδες έγραψαν - ίσως ήταν  και υπερβολές -, πως είχε κατέβει τόσο πολύ το ταβάνι στο υπνοδωμάτιο του που ίσα - ίσα, «γλίστρησε απ’ το κρεβάτι σκυφτός και βγήκε από την πόρτα του δωματίου του[1]».
            Η αλήθεια είναι πως είχαν όλοι τον χρόνο να προλάβουν να εκκενώσουν την πολυκατοικία της οδού Μόρνου και το κατάφεραν, πλην του άτυχου, μα και χοντροκέφαλου,  Λευτέρη.
            Πόσες φορές δεν του είπαν  να παρατήσει το διαμέρισμά του και να φύγει πριν να είναι αργά.
Αυτός εκεί.
Δεν του άλλαζες τα μυαλά. Έβαζε εμπόδιο στην σύγκλιση των τοίχων, δοκάρια και σκαλωσιές ο ανόητος, γιατί νόμιζε πως θα σταματήσει μονάχος του ολάκερο τον όγκο της πολυκατοικίας.  Ζητούσε βέβαια να πράξει το ίδιο έστω και ένας ένοικος, από την νότια πλευρά, ώστε να διατηρηθεί ισορροπία στην πίεση, μα τις ανόητες σκέψεις του ευτυχώς δεν την συμμερίστηκε κανείς.

Φοβάμαι πως και τούτη εδώ η πολυκατοικία θα έχει το ίδιο τέλος. Έχει περάσει μισός χρόνος και ήδη βλέπεις τις ρωγμές της μετακίνησης. Πρέπει να αποφασίσω γρήγορα τι θα κάνω.


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Άρθρο υπ’ αρ. 312/ Κυριακή 07 Ιανουαρίου 2018.



[1] Γιώργης Μανουσάκης, «Το ταβάνι» - (1997). Το συγκεκριμένο ποίημα ήταν και πηγή έμπνευσης του παρόντος  πεζού κειμένου. 

Δευτέρα 1 Ιανουαρίου 2018

Τα Φωτακαδιανά κάλαντα.




Αμέσως μετά το Παρίσι και το Τόκιο η μεγαλύτερη πολιτεία είναι αυτή του  Φωτακάδου. Κι αν κάποιος σας πει πως τούτο δεν είναι αλήθεια να μην τον πιστέψετε.  Εμείς σας μιλούμε από καρδιάς, σας λέμε τι πραγματικά νιώθουμε, άρα σας λέμε την αλήθεια. Κάποιος  από  τ’ άλλα τα χωριά θα τα έγραψε τα βιβλία της Γεωγραφίας και γι’ αυτό δείχνουνε το Φωτακάδο μικρό χωρίο. Ναι αλλά μου φαίνεται πως μικιό είναι το μάτι ντονε …

            Για επαλήθευση των όσων προαναφέρθηκαν διενεργήθηκε απογραφή του χωριού  την παραμονή των Χριστουγέννων επί ευκαιρίας της ευχάριστης απόφασης του Πολιτιστικού Συλλόγου Φωτακάδου να πει τα κάλαντα σε όλες τις γειτονιές του χωριού !

            Ξεκινήσαμε από την πλευρά των Παλαιών Ρουμάτων, εκεί στην γειτονιά «Σαμψιανά» όπου  βρήκαμε ένα σπίτι και τέσσερα συγκινημένα μάτια.

            Αμέσως μετά κατηφορίσαμε στον ποταμό για ν’ ανέβουμε ξανά στο απέναντι βουνό. Εκεί, λίγο νοτιότερα και χαμηλότερα από το σημείο που πάτησε ο Διγενής το ένα του πόδι  (με τ’ άλλο του πόδι πάτησε στην κορφή του απέναντι  λόφου που είναι ο Προφήτης Ελισαίος)  και ήπιε νερό από τον ποταμό, εκεί λοιπόν, είναι η γειτονιά «Κολύμπα» ή αλλιώς «Μαραγκιανά». Εκεί βρήκαμε τρία σπίτια και με μπροστάρηδες τον Ζαχάρη, την Ανδριάνα και τον Αρτέμη τους είπαμε τα κάλαντα τόσο φωναχτά που μπορεί και βούιξε ολόκληρη  η λαγκαδιά !!

            Τέσσερα τα σπίτια ως τώρα, που μας λένε πως το Φωτακάδο είναι –λέει – μικιό χωριό…. Άκου μικιό το Φωτακάδο…

            Αφήνοντας γειτονιές που δεν κατοικούνται πια (Μπουλνταδιανά, Χατζιανά, Παρτσαλιανά)   φτάνουμε στο κέντρο του Χωριού !! Εκτός από το καφενείο της Χαρίκλειας, πήγαμε και  τα ‘παμε σε εννιά σπίτια !!!  Γι’ αυτό εξάλλου λέμε πως τα «Λαγουδιανά» είναι και το κέντρο της πολιτείας του Φωτακάδου. Εμ βέβαια !! Αφού βρήκαμε εννιά σπίτια !!

            Μισό χιλιόμετρο προς τα βόρεια πήραμε πάλι τον δρόμο προς τον ποταμό για να πάμε στο «Οξω Χωριό» ή «Αλιμπεγιανά» και βρήκαμε και εκεί ένα σπίτι κι ευχηθήκαμε γρήγορη ανάρρωση στο αφεντικό που’ χε τη μέση του  !!   Του Στέλιο που ήταν μαζί μας στα κάλαντα  και είχε και την όμορφη ιδέα να αφυπνίσει τον Σύλλογο, βρήκαμε τον πατέρα του στα Λαγουδιανά και του τα’ παμε εκεί !!

            Συνεπώς δεκατέσσερα τα σπίθια ως εδά !!

            Φτάνουμε και στα Σταυρουλιανά. Βάλε και άλλα τρία σπίτια που άκουσαν το «Καλήν εσπέρα». Και να εξηγηθούμε. Ολόκληρα τα λέγαμε τα κάλαντα. Άμα πήγαινε να πει κανείς πιο νωρίς «και του χρόνου !», τόνε διακόπταμε και του λέγαμε «Περίμενε να σου τα πούμε όλα !!!»

            Πηγαίνουμε προς τη διακλάδωση και τα ‘παμε σε δύο σπίτια ακόμα. Στο τελευταίο σπίτι, μας πήρανε χαμπάρι πως κλείναμε τα κάλαντα σε αυτό, και ο Λισέας  με τον Μιχάλη μας κλείσανε την πόρτα να μην μπορούμε να βγούμε. Έστρωσε η Δήμητρα το τραπέζι με φαγητό και κρασί και να δεις πως μας πέρασε στο λεπτό το μπούκωμα που είχαμε με τα μελομακάρονα και τους κουραμπιέδες !!  Ιδίως τα ζεστά χορτοκαλιτσούνια τα εξαφανίσαμε !!
           
            Μας παρέσυραν οι ιστορίες του Λισέα κι έφτασε η ώρα δέκα το βράδυ !!  Πώς πέρασε τούτο το όμορφο απόγευμα τόσο γρήγορα !!  Τώρα πρέπει να γυρίσουμε και μεις στα σπίτια μας. 
Εκείνη την στιγμή έκανα  και τον απολογισμό σε πόσα σπίτια πήγαμε για να δούμε αν είναι μικρό το χωριό μας όπως το κατηγορούν μερικοί !!  Τέσσερα και εννέα και  έξι μας κάνουν δεκαεννέα σπίτια !!
            Ακούτε; Δεκαεννέα σπίτια !!!!! Και να ξέρετε πως τα σπίτια αυτά ήταν σε έξι διαφορετικές γειτονιές οι οποίες μάλιστα ήταν και  σε διαφορετικά βουνά ή  λόφους !!
            Πως λοιπόν να μην έχουμε δίκιο;;;     Δηλαδή πόσα σπίτια να’ χει το Τόκιο γι το Παρίσι; Πόσα βουνά και πόσους λόφους να ‘χουν; 
Δεν μιλάτε ε; 

            Γι’ αυτό ακούστε τι σας λέμε. Το δικό μας το χωρίο είναι το μεγαλύτερο, κι αν δεν είναι στον πληθυσμό είναι σίγουρα στην καρδιά μας. !!

            Να ευχηθούμε λοιπόν, χαρά και υγεία σε όλα  τα χωριά που νιώθουν πως είναι τα μεγαλύτερα !! 
Καλή χρονιά να ‘χουμε  σε όλο τον κόσμο !!

          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος

Άρθρο υπ’ αρ. 311/ Κυριακή 31 Δεκεμβρίου 2017.

Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017




Από μικρό παιδί ο Μάρκος άκουγε με προσοχή τόσο τους γονείς του όσο και τους δασκάλους του.
Πήρε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιβιώσει σε τούτη την σκληρή  πόλη. Ήταν λίγο καταπιεστικά όλα αυτά μα στο τέλος του είχαν βγει σε καλό. Μορφωμένος, οικογενειάρχης  με καλή δουλίτσα.
Τι άλλο να θέλει κανείς…
Τις ανεκτίμητες αυτές πληροφορίες φρόντιζε και τις μετέφερε  στα παιδιά του και όλα βρίσκονταν σε μια ατάραχη ισορροπία.

 Η δε συνάντησή του με εκείνο τον ξεδοντιάρη ζητιάνο της οδού Φιλλίπου, θα ήταν άνευ λόγου αναφοράς αν δεν λάμβανε μια περίεργη τροπή. Δεν έφτανε η επιμονή του να του δώσει λίγα ευρώ, ήθελε και κουβέντα ο άπλυτος.   Και σε κείνη την κουβέντα, πως το πήγε από δω, πως το γύρισε από εκεί, κατέληξαν να μιλούν για κείνες τις ανεκτίμητες πληροφορίες του Μάρκου !

            -Σου έδωσαν πληροφορίες χρήσιμες για την ζωή σου ή σου έμαθαν πως δεν ζεις χωρίς πληροφορίες;

Άκου τι του είπε ο άπλυτος !!

Δεν φτάνει που τον πρόσβαλε με τα λεγόμενα του αλλά είχε και ένα απαξιωτικό βλέμμα που τον εκνεύρισε αφάνταστα. Του μιλούσε χωρίς καν να τον κοιτάζει κι αντί αυτού ασχολούταν με τον ψωριάρη το σκύλο που είχε δίπλα του !

Μού ‘φαγε και το δίευρο, σιγομουρμούριζε ο Μάρκος καθώς απομακρυνόταν από τον ζητιάνο.

Η αλήθεια είναι πως είχε μια αναστάτωση όχι τόσο από το ίδιο το συμβάν αλλά από το γεγονός πως η κουβέντα του ζητιάνου επανερχόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο μυαλό του.  Πράγματι η ερώτηση που του έκανε υπήρχε εσωτερικά, μέσα του, ως ερώτημα, αλλά βρισκόταν διαρκώς σε μια λανθάνουσα κατάσταση  ύπνωσης. Δηλαδή δεν την έβγαλε ποτέ στην επιφάνεια για να την μελετήσει και ίσως, γιατί όχι, να την απαντήσει κιόλας.
Πάντως είχε παρατηρήσει πως όλη του την ζωή οι κινήσεις του αναπτυσσόταν γύρω από πληροφορίες και οδηγίες που πάντα του τις έδιδαν άλλοι.  Πρέπει αυτό, πρέπει εκείνο, πρέπει το άλλο. Οδηγίες στην δουλειά, οδηγίες στην οικογένεια οδηγίες στην κοινωνική του συμπεριφορά.
Στην προσπάθεια του να σκεφτεί μια απόφαση που έχει λάβει μόνος του, έχοντας την ανασύρει από τα βάθη των θέλω του, χωρίς να επηρεαστεί από τις «ανεκτίμητες πληροφορίες/οδηγίες» που είχε, θυμήθηκε μόνο την ξύλινη σφεντόνα που αγόρασε στην Σίφνο το προηγούμενο καλοκαίρι.
Χαμήλωσε το βλέμμα του σαν θυμήθηκε πως κι αυτή την είχε αγοράσει με την δέουσα ντροπή..
-          Την θέλω για  δώρο στον ανιψιό μου, είναι γερή;
 Έτσι είχε πει στον μαγαζάτορα….

Την επόμενη μέρα περνούσε ξανά την οδό Φιλλίπου.
Πουθενά ο ξεδοντιάρης ζητιάνος.
Ο Θεός ξέρει που θα κείτεται πεινασμένος , σκέφτηκε..
Αυτόν βρήκα να προβληματιστώ; Αν ήξερε το σωστό δεν θα βρισκόταν σ’ αυτήν την κατάσταση !
Στην φάση της ψυχολογικής του απελευθέρωσης χτύπησε και το κινητό.
«Έλα Λευτέρη εσύ είσαι; Μα δε σου είπα πως θα σε ψηφίσω; Έχω μιλημένους και άλλους δέκα !! Ναι άλλους δέκα !!  Να μην ανησυχείς Λευτέρη μου, αφού ξέρεις ότι λέει ο Μάρκος είναι συμβόλαιο !»


         Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Άρθρο υπ’ αρ. 310/ Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017.


Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Μην και συμβαίνει κάτι που δεν ήξερε;



O Δημήτρης – όπως έκανε πάντα – προσπαθούσε να την παρηγορήσει.

- Μην κλαίς καρδιά μου !
 Θα περάσει και τούτο το κακό !!
 Να χαρείς μην κλαις !

Η Μαρία όμως δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα.

- Κι ο ουρανός να χαθεί εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου. Να μην ανησυχείς. Έχουμε το Αννιώ !  Να χαρείς Μαρία μου, μην σε δει το παιδί  να στεναχωριέσαι ! Μην σε δει !

Και τι δεν σκαρφιζόταν ο Δημήτρης να την συνεφέρει.
Της θύμιζε τις όμορφες κι ανέμελες μέρες της νιότης τους. 
- Θυμάσαι ανάσα μου, το παγκάκι των ονείρων μας; Το δέντρο της υπόσχεσής μας;  Θυμάσαι της συστροφής μας την άμμο; Έχουμε τα πλούτη του κόσμου, τον καρπό της αγάπης μας !!  Τι είναι μπροστά σε όλα τούτα κάποια καθημερινά μικρά προβλήματα ;

Άλλαξε την συζήτηση και την ρώτησε για το Αννιώ.
- Την μαλώνουν τα κορίτσια ακόμα;  Να μιλήσεις, να της δώσεις δύναμη. Να μιλήσεις και  με τη δασκάλα. Αυτό να κάνεις...

Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της μα δεν αποκρίθηκε!
Μονάχα έκλαιγε..

Σκιάχτηκε κι ο Δημήτρης…
Γιατί δεν του μιλά;
Μην και συμβαίνει κάτι που δεν ήξερε;


Σκοτείνιασε.
Η Μαρία έπρεπε να φύγει. Άφησε τα λουλούδια στο κρύο μάρμαρο, δίπλα στα χάλκινα γράμματα «Δημήτρης, Ετών 42» και έσυρε για την πύλη.

Σώπασαν τα πουλιά στα δέντρα, σώπασε κι ο Δημήτρης.



          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 309/ Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017.





Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Το επίδομα της κατσαρόλας.


Η αλήθεια είναι πως ο Στάθης δεν πίστευε στα αυτιά του για το επίδομα της κατσαρόλας.
- «Πεντακόσια ευρώ μπήκαν στον λογαριασμό σου», του είπε ο λογιστής  και αυτός έτρεξε αμέσως στην Τράπεζα.
 Στο δρόμο σκεφτόταν γιατί τ’ ονόμασαν έτσι ετούτο το επίδομα.  Ότι είχε κατσαρόλες ήταν γεγονός. Εξάλλου, αν είχαν κάποια αμφιβολία, ας ερχόταν να κοιτάξουν στο σπίτι του. Δεν έλεγε και κανένα ψέμα.  Σαν εισέπραξε όμως τα πεντακόσια όλοι τούτοι  οι φόβοι εξανεμίστηκαν.
Δεν πέρασαν δύο ώρες και βρισκόταν στο μπάνιο του να τρίβει στην πλάτη του να φύγει η μαυρίλα του ανέλπιδου.
Άκου πεντακόσια ευρώ !! 
Και καθώς έτριβε το σώμα του με το υπόλειμμα σφουγγαριού, το μυαλό του  σχεδίαζε τι θα κάνει τα πεντακόσια.  Σίγουρα έπρεπε να δώσει τα τετρακόσια πενήντα για να μην του κόψουν το ρεύμα και το νερό και με τα πενήντα ευρώ, αχ με τα πενήντα ευρώ,  πρέπει να αποφασίσει σωστά τι θα κάνει…

Φρέσκος και ανανεωμένος έκανε τις πληρωμές και  έλαβε την απαραίτητη παράταση για να μην του κόψουν το ρεύμα και το νερό.

Είχε διάθεση μετά από πολύ καιρό και αποφάσισε να κάνει και βόλτα στα ξέπνοα μαγαζιά.
Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα της Καρόλου Ντήλ χαζεύοντας ξανά εκείνο το κόκκινο πουλόβερ.
Με την έκπτωση 49,99. Γέλασε με την σύμπτωση..
 Όσο γρήγορά πήρε την απόφαση για την αγορά του πουλόβερ τόσο καθυστέρησε τον ψηλό άκεφο ιδιοκτήτη του «Emerson Replay»
για να την ολοκληρώσει.
Ούτε οικόπεδο ν’ αγόραζε ο Στάθης…

Δεν είναι λίγες μέρες που τον συνάντησα στην πλατεία  και με ρωτούσε μήπως υπάρχει κανένα μεροκάματο. Στην κουβέντα πάνω μου είπε και την ιστορία. Κατηγορούσε τον εαυτό του που τελικά δεν έκανε σωστούς υπολογισμούς και δεν του έμειναν χρήματα ν’ αγοράσει ταμπλέτες για τους σκώρους και τα τρωκτικά. Πάλι καλά που έχει τις κατσαρόλες του.


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 308/ Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2017.





Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Σχεδίαζα πολύ καιρό την δολοφονία του.


                       
Δεν είχα να φοβηθώ τίποτα και η θέα του Εισαγγελέα με άφησε ασυγκίνητο. Ήμουν σε δύσκολη θέση μα δεν είχα λυγίσει.

- Δεν τον έριξα εγώ στο λιμάνι ! Μόνος του πήρε την απόφαση και πήδηξε. Ήμουν δίπλα του καθισμένος στο παγκάκι  και μιλούσαμε - είναι η αλήθεια -  σε ένα κλίμα φόρτισης ! Δεν τον έσπρωξα όμως εγώ !!
- Ίσως να μην έχετε καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης κατηγορούμενε. Όσοι περνούσαν από εκεί σας άκουσαν να τον προτρέπεται να φύγει από κοντά σας. Του λέγατε να πέσει στην θάλασσα, να πνιγεί και μόλις ανασηκώθηκε τρομαγμένος εσείς δεν χάσατε την ευκαιρία! Τον σπρώξατε κ Σταματούδη και έπεσε στην θάλασσα. Υπάρχουν μάρτυρες κ Σταματούδη !  Υπάρχουν πέντε μάρτυρες !! Ομολογήστε επιτέλους !

Το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό.
Κόλαση μήνα Νοέμβρη… Πως;
Χαλάρωσα το πουκάμισο στο λαιμό, μα κείνο μ’ έπνιγε. 

Οι δικαστές έδωσαν το απαραίτητο χρόνο για να σηκώσω το βλέμμα μου. Ηδονική αναμονή το χρονικό διάστημα εγκλωβισμού  του κατηγορούμενου και κατά κανόνα το γευόταν οι δικαστές.

Είχα κάνει ότι μπορούσα…
Τώρα όμως πια, δεν είχα άλλη επιλογή.

Αναστήλωσα το σώμα μου πριν ορθώσω το βλέμμα μου.
Έσφιξα τα δόντια μου και με έντονο τόνο ομολόγησα.

- Ε ναι λοιπόν !  Σχεδίαζα πολύ καιρό την δολοφονία του.  Το ομολογώ ! Μου είχε κάνει την ζωή αφόρητη. Τον είχα πάνω μου όλη την μέρα να με καθοδηγεί σα σκλάβο. Μου επέβαλε τι να κάνω από το χάραμα μέχρι την αυγή, και σαν έγερνα να ξαποστάσω ερχόταν στον δωμάτιο μου και με κατηγορούσε για τα λάθη μου. Δεν είχα ποτέ ησυχία. Μαύρο πράγμα τον έλεγα. Πιστέψτε με !! Μαύρο πράγμα τον έλεγα ! Ήταν θέμα χρόνου να πάρω την απόφαση να τον βγάλω από την μέση. Να τον βγάλω από την ζωή μου.
Κατάστρωνα σχέδια τώρα και δύο χρόνια κύριοι δικαστές, ώστε να διαπράξω την δολοφονία υπό ασφαλείς συνθήκες μα εκείνο το βράδυ έσπασα. Δεν άντεξα και μπροστά σε κόσμο πήρα την απόφαση να τον σπρώξω. Γνώριζα πως το μόνο που ήξερε ήταν να κάνει μαύρη την ψυχή των άλλων. Τα καθημερινά ήταν άγνωστα γι΄ αυτόν. Δεν ήξερε να βιδώνει μια λάμπα, δεν ήξερε να δένει τα κορδόνια του, δεν ήξερε να κολυμπά…

Μόλις μπήκε ο Νοέμβρης στις φλέβες μου.
Άρχισα να παγώνω.
Κούμπωσα το πουκάμισο στο λαιμό..

Οι δικαστές χαμογέλασαν χωρίς τούτο να φαίνεται, σύμφωνα με το πρωτόκολλο.

Μόνον ο εισαγγελέας έμεινε προβληματισμένος…
Έσυρε τις σελίδες μπροστά το πρόσωπο του και έγειρε προς τον πρόεδρο.
- Κύριε Πρόεδρε, έχουμε πρόβλημα στην υπόθεση. Ο νεκρός έχει το ίδιο όνομα με τον δολοφόνο. Μέχρι και η ταυτότητα που βρέθηκε πάνω του ήταν ίδια… 


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 307/ Κυριακή 26 Νοέμβρη 2017.