Τρίτη 19 Δεκεμβρίου 2017




Από μικρό παιδί ο Μάρκος άκουγε με προσοχή τόσο τους γονείς του όσο και τους δασκάλους του.
Πήρε όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για να επιβιώσει σε τούτη την σκληρή  πόλη. Ήταν λίγο καταπιεστικά όλα αυτά μα στο τέλος του είχαν βγει σε καλό. Μορφωμένος, οικογενειάρχης  με καλή δουλίτσα.
Τι άλλο να θέλει κανείς…
Τις ανεκτίμητες αυτές πληροφορίες φρόντιζε και τις μετέφερε  στα παιδιά του και όλα βρίσκονταν σε μια ατάραχη ισορροπία.

 Η δε συνάντησή του με εκείνο τον ξεδοντιάρη ζητιάνο της οδού Φιλλίπου, θα ήταν άνευ λόγου αναφοράς αν δεν λάμβανε μια περίεργη τροπή. Δεν έφτανε η επιμονή του να του δώσει λίγα ευρώ, ήθελε και κουβέντα ο άπλυτος.   Και σε κείνη την κουβέντα, πως το πήγε από δω, πως το γύρισε από εκεί, κατέληξαν να μιλούν για κείνες τις ανεκτίμητες πληροφορίες του Μάρκου !

            -Σου έδωσαν πληροφορίες χρήσιμες για την ζωή σου ή σου έμαθαν πως δεν ζεις χωρίς πληροφορίες;

Άκου τι του είπε ο άπλυτος !!

Δεν φτάνει που τον πρόσβαλε με τα λεγόμενα του αλλά είχε και ένα απαξιωτικό βλέμμα που τον εκνεύρισε αφάνταστα. Του μιλούσε χωρίς καν να τον κοιτάζει κι αντί αυτού ασχολούταν με τον ψωριάρη το σκύλο που είχε δίπλα του !

Μού ‘φαγε και το δίευρο, σιγομουρμούριζε ο Μάρκος καθώς απομακρυνόταν από τον ζητιάνο.

Η αλήθεια είναι πως είχε μια αναστάτωση όχι τόσο από το ίδιο το συμβάν αλλά από το γεγονός πως η κουβέντα του ζητιάνου επανερχόταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα στο μυαλό του.  Πράγματι η ερώτηση που του έκανε υπήρχε εσωτερικά, μέσα του, ως ερώτημα, αλλά βρισκόταν διαρκώς σε μια λανθάνουσα κατάσταση  ύπνωσης. Δηλαδή δεν την έβγαλε ποτέ στην επιφάνεια για να την μελετήσει και ίσως, γιατί όχι, να την απαντήσει κιόλας.
Πάντως είχε παρατηρήσει πως όλη του την ζωή οι κινήσεις του αναπτυσσόταν γύρω από πληροφορίες και οδηγίες που πάντα του τις έδιδαν άλλοι.  Πρέπει αυτό, πρέπει εκείνο, πρέπει το άλλο. Οδηγίες στην δουλειά, οδηγίες στην οικογένεια οδηγίες στην κοινωνική του συμπεριφορά.
Στην προσπάθεια του να σκεφτεί μια απόφαση που έχει λάβει μόνος του, έχοντας την ανασύρει από τα βάθη των θέλω του, χωρίς να επηρεαστεί από τις «ανεκτίμητες πληροφορίες/οδηγίες» που είχε, θυμήθηκε μόνο την ξύλινη σφεντόνα που αγόρασε στην Σίφνο το προηγούμενο καλοκαίρι.
Χαμήλωσε το βλέμμα του σαν θυμήθηκε πως κι αυτή την είχε αγοράσει με την δέουσα ντροπή..
-          Την θέλω για  δώρο στον ανιψιό μου, είναι γερή;
 Έτσι είχε πει στον μαγαζάτορα….

Την επόμενη μέρα περνούσε ξανά την οδό Φιλλίπου.
Πουθενά ο ξεδοντιάρης ζητιάνος.
Ο Θεός ξέρει που θα κείτεται πεινασμένος , σκέφτηκε..
Αυτόν βρήκα να προβληματιστώ; Αν ήξερε το σωστό δεν θα βρισκόταν σ’ αυτήν την κατάσταση !
Στην φάση της ψυχολογικής του απελευθέρωσης χτύπησε και το κινητό.
«Έλα Λευτέρη εσύ είσαι; Μα δε σου είπα πως θα σε ψηφίσω; Έχω μιλημένους και άλλους δέκα !! Ναι άλλους δέκα !!  Να μην ανησυχείς Λευτέρη μου, αφού ξέρεις ότι λέει ο Μάρκος είναι συμβόλαιο !»


         Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Άρθρο υπ’ αρ. 310/ Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017.


Τρίτη 12 Δεκεμβρίου 2017

Μην και συμβαίνει κάτι που δεν ήξερε;



O Δημήτρης – όπως έκανε πάντα – προσπαθούσε να την παρηγορήσει.

- Μην κλαίς καρδιά μου !
 Θα περάσει και τούτο το κακό !!
 Να χαρείς μην κλαις !

Η Μαρία όμως δεν έλεγε να σταματήσει το κλάμα.

- Κι ο ουρανός να χαθεί εγώ θα είμαι πάντα δίπλα σου. Να μην ανησυχείς. Έχουμε το Αννιώ !  Να χαρείς Μαρία μου, μην σε δει το παιδί  να στεναχωριέσαι ! Μην σε δει !

Και τι δεν σκαρφιζόταν ο Δημήτρης να την συνεφέρει.
Της θύμιζε τις όμορφες κι ανέμελες μέρες της νιότης τους. 
- Θυμάσαι ανάσα μου, το παγκάκι των ονείρων μας; Το δέντρο της υπόσχεσής μας;  Θυμάσαι της συστροφής μας την άμμο; Έχουμε τα πλούτη του κόσμου, τον καρπό της αγάπης μας !!  Τι είναι μπροστά σε όλα τούτα κάποια καθημερινά μικρά προβλήματα ;

Άλλαξε την συζήτηση και την ρώτησε για το Αννιώ.
- Την μαλώνουν τα κορίτσια ακόμα;  Να μιλήσεις, να της δώσεις δύναμη. Να μιλήσεις και  με τη δασκάλα. Αυτό να κάνεις...

Η Μαρία σήκωσε το βλέμμα της μα δεν αποκρίθηκε!
Μονάχα έκλαιγε..

Σκιάχτηκε κι ο Δημήτρης…
Γιατί δεν του μιλά;
Μην και συμβαίνει κάτι που δεν ήξερε;


Σκοτείνιασε.
Η Μαρία έπρεπε να φύγει. Άφησε τα λουλούδια στο κρύο μάρμαρο, δίπλα στα χάλκινα γράμματα «Δημήτρης, Ετών 42» και έσυρε για την πύλη.

Σώπασαν τα πουλιά στα δέντρα, σώπασε κι ο Δημήτρης.



          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 309/ Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017.





Δευτέρα 4 Δεκεμβρίου 2017

Το επίδομα της κατσαρόλας.


Η αλήθεια είναι πως ο Στάθης δεν πίστευε στα αυτιά του για το επίδομα της κατσαρόλας.
- «Πεντακόσια ευρώ μπήκαν στον λογαριασμό σου», του είπε ο λογιστής  και αυτός έτρεξε αμέσως στην Τράπεζα.
 Στο δρόμο σκεφτόταν γιατί τ’ ονόμασαν έτσι ετούτο το επίδομα.  Ότι είχε κατσαρόλες ήταν γεγονός. Εξάλλου, αν είχαν κάποια αμφιβολία, ας ερχόταν να κοιτάξουν στο σπίτι του. Δεν έλεγε και κανένα ψέμα.  Σαν εισέπραξε όμως τα πεντακόσια όλοι τούτοι  οι φόβοι εξανεμίστηκαν.
Δεν πέρασαν δύο ώρες και βρισκόταν στο μπάνιο του να τρίβει στην πλάτη του να φύγει η μαυρίλα του ανέλπιδου.
Άκου πεντακόσια ευρώ !! 
Και καθώς έτριβε το σώμα του με το υπόλειμμα σφουγγαριού, το μυαλό του  σχεδίαζε τι θα κάνει τα πεντακόσια.  Σίγουρα έπρεπε να δώσει τα τετρακόσια πενήντα για να μην του κόψουν το ρεύμα και το νερό και με τα πενήντα ευρώ, αχ με τα πενήντα ευρώ,  πρέπει να αποφασίσει σωστά τι θα κάνει…

Φρέσκος και ανανεωμένος έκανε τις πληρωμές και  έλαβε την απαραίτητη παράταση για να μην του κόψουν το ρεύμα και το νερό.

Είχε διάθεση μετά από πολύ καιρό και αποφάσισε να κάνει και βόλτα στα ξέπνοα μαγαζιά.
Σταμάτησε μπροστά σε μια βιτρίνα της Καρόλου Ντήλ χαζεύοντας ξανά εκείνο το κόκκινο πουλόβερ.
Με την έκπτωση 49,99. Γέλασε με την σύμπτωση..
 Όσο γρήγορά πήρε την απόφαση για την αγορά του πουλόβερ τόσο καθυστέρησε τον ψηλό άκεφο ιδιοκτήτη του «Emerson Replay»
για να την ολοκληρώσει.
Ούτε οικόπεδο ν’ αγόραζε ο Στάθης…

Δεν είναι λίγες μέρες που τον συνάντησα στην πλατεία  και με ρωτούσε μήπως υπάρχει κανένα μεροκάματο. Στην κουβέντα πάνω μου είπε και την ιστορία. Κατηγορούσε τον εαυτό του που τελικά δεν έκανε σωστούς υπολογισμούς και δεν του έμειναν χρήματα ν’ αγοράσει ταμπλέτες για τους σκώρους και τα τρωκτικά. Πάλι καλά που έχει τις κατσαρόλες του.


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 308/ Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2017.





Δευτέρα 27 Νοεμβρίου 2017

Σχεδίαζα πολύ καιρό την δολοφονία του.


                       
Δεν είχα να φοβηθώ τίποτα και η θέα του Εισαγγελέα με άφησε ασυγκίνητο. Ήμουν σε δύσκολη θέση μα δεν είχα λυγίσει.

- Δεν τον έριξα εγώ στο λιμάνι ! Μόνος του πήρε την απόφαση και πήδηξε. Ήμουν δίπλα του καθισμένος στο παγκάκι  και μιλούσαμε - είναι η αλήθεια -  σε ένα κλίμα φόρτισης ! Δεν τον έσπρωξα όμως εγώ !!
- Ίσως να μην έχετε καταλάβει την κρισιμότητα της κατάστασης κατηγορούμενε. Όσοι περνούσαν από εκεί σας άκουσαν να τον προτρέπεται να φύγει από κοντά σας. Του λέγατε να πέσει στην θάλασσα, να πνιγεί και μόλις ανασηκώθηκε τρομαγμένος εσείς δεν χάσατε την ευκαιρία! Τον σπρώξατε κ Σταματούδη και έπεσε στην θάλασσα. Υπάρχουν μάρτυρες κ Σταματούδη !  Υπάρχουν πέντε μάρτυρες !! Ομολογήστε επιτέλους !

Το δωμάτιο ήταν πολύ ζεστό.
Κόλαση μήνα Νοέμβρη… Πως;
Χαλάρωσα το πουκάμισο στο λαιμό, μα κείνο μ’ έπνιγε. 

Οι δικαστές έδωσαν το απαραίτητο χρόνο για να σηκώσω το βλέμμα μου. Ηδονική αναμονή το χρονικό διάστημα εγκλωβισμού  του κατηγορούμενου και κατά κανόνα το γευόταν οι δικαστές.

Είχα κάνει ότι μπορούσα…
Τώρα όμως πια, δεν είχα άλλη επιλογή.

Αναστήλωσα το σώμα μου πριν ορθώσω το βλέμμα μου.
Έσφιξα τα δόντια μου και με έντονο τόνο ομολόγησα.

- Ε ναι λοιπόν !  Σχεδίαζα πολύ καιρό την δολοφονία του.  Το ομολογώ ! Μου είχε κάνει την ζωή αφόρητη. Τον είχα πάνω μου όλη την μέρα να με καθοδηγεί σα σκλάβο. Μου επέβαλε τι να κάνω από το χάραμα μέχρι την αυγή, και σαν έγερνα να ξαποστάσω ερχόταν στον δωμάτιο μου και με κατηγορούσε για τα λάθη μου. Δεν είχα ποτέ ησυχία. Μαύρο πράγμα τον έλεγα. Πιστέψτε με !! Μαύρο πράγμα τον έλεγα ! Ήταν θέμα χρόνου να πάρω την απόφαση να τον βγάλω από την μέση. Να τον βγάλω από την ζωή μου.
Κατάστρωνα σχέδια τώρα και δύο χρόνια κύριοι δικαστές, ώστε να διαπράξω την δολοφονία υπό ασφαλείς συνθήκες μα εκείνο το βράδυ έσπασα. Δεν άντεξα και μπροστά σε κόσμο πήρα την απόφαση να τον σπρώξω. Γνώριζα πως το μόνο που ήξερε ήταν να κάνει μαύρη την ψυχή των άλλων. Τα καθημερινά ήταν άγνωστα γι΄ αυτόν. Δεν ήξερε να βιδώνει μια λάμπα, δεν ήξερε να δένει τα κορδόνια του, δεν ήξερε να κολυμπά…

Μόλις μπήκε ο Νοέμβρης στις φλέβες μου.
Άρχισα να παγώνω.
Κούμπωσα το πουκάμισο στο λαιμό..

Οι δικαστές χαμογέλασαν χωρίς τούτο να φαίνεται, σύμφωνα με το πρωτόκολλο.

Μόνον ο εισαγγελέας έμεινε προβληματισμένος…
Έσυρε τις σελίδες μπροστά το πρόσωπο του και έγειρε προς τον πρόεδρο.
- Κύριε Πρόεδρε, έχουμε πρόβλημα στην υπόθεση. Ο νεκρός έχει το ίδιο όνομα με τον δολοφόνο. Μέχρι και η ταυτότητα που βρέθηκε πάνω του ήταν ίδια… 


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 307/ Κυριακή 26 Νοέμβρη 2017.


Τρίτη 14 Νοεμβρίου 2017

Εκείνος που μίλαγε στα δέντρα.




Ροζιασμένα χέρια, εβδομήντα χρόνια σε αδιάλειπτη χρήση.

Τα δέντρα τον ήξεραν με τ’ όνομά του.
- Λευτέρη !!-  του φώναζαν - και κουνούσαν τα πίσω κλαδιά τους σαν αυτός πλησίαζε.
Μα κι’ αυτός όλο τους μιλούσε με αγάπη σαν να ‘ταν τα παιδιά του.  Δεν ήταν όμως και λίγες οι φορές που όταν αυτά δεν πήγαιναν με τα νερά του, τους θύμωνε και  μπορεί να περνούσε και μια βδομάδα για να τους μιλήσει.

Ακόμα και στο καταχείμωνο όταν ο χιονιάς άλλαζε το χρώμα της φύσης, ο Λευτέρης πήγαινε στο χωράφι να δει τα δέντρα του.
Η Μαριώ ήξερε πως κάθε βράδυ της έλεγε ψέματα πως γλίστρησε στο μονοπάτι και βράχηκε. Ήξερε πως πήγαινε στα χωράφια και τίναζε τα κλαδιά των δέντρων του για να τ’ αλαφρώσει από τα χιόνια. Γι΄ αυτό ερχόταν στο σπίτι πάντοτε μουσκεμένος. Τον πίεσε μερικές φορές να του αλλάξει την συνήθεια μα ο Λευτέρης ήταν αγύριστο κεφάλι…

Τούτη την φορά όμως δεν του βγήκε σε καλό.
Η πνευμονία τον είχε στείλει στο νοσοκομείο και ο γιατρός μιλούσε στην Μαριώ αποφεύγοντας να την κοιτάζει.

Η Μαριώ ήξερε.

Έκατσε δίπλα του και τον άφησε ξανά να κάνει αυτό που είχε αποφασίσει.
Του κρατούσε το χέρι στις χούφτες της για να το ζεστάνει. Το άφησε μόνο μετά από κείνο το τράνταγμα. Ήρθε η ώρα για να σύρει  την παλάμη της από το μέτωπο ως τα χείλια του.

Τα παιδιά πήραν την Μαριώ στην Αθήνα  μαζί τους. Μόνη της στο χωριό δεν μπορούσε να τα καταφέρει. Θα έδιναν και τα χωράφια σιμισιακά στον γείτονα, αν δεν τους είχαν πει πως μια σπάνια αρρώστια ξέραναν όλα τα δέντρα του Λευτέρη ...


          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 306/ Κυριακή 12 Νοέμβρη 2017.


Δευτέρα 6 Νοεμβρίου 2017





«Τ’ αποφάσισα. Θα ‘φευγα κρυφά σ’ άλλη πόλη, ίσως και σ’ άλλη χώρα. Αυτή η πεντάχρονη σχέση, που ξεκίνησε σαν παθιασμένος έρωτας, είχε φτάσει πια σ’ αδιέξοδο. Η Ελένη κάθε μέρα γινότανε και πιο απαιτητική, πιο τυραννική. Ήθελε να εξουσιάζει ακόμα και την σκέψη μου, να την κατευθύνει στους δρόμους που τραβούσε η δική της. Την παραμικρή απόκλιση τη θεωρούσε έλλειψη αγάπης από μέρους μου. Ασφυκτιούσα…
Η απόφασή μου ήταν οριστική. Έβγαλα εισιτήριο αεροπορικό για την επόμενη βδομάδα και βάλθηκα, μυστικά, να τακτοποιώ τις εκκρεμείς μου υποθέσεις.
Την παραμονή της αναχώρησής μου, κοιτάζοντας από το παράθυρο το μικρό κήπο μπρος από το σπίτι όπου έμενα, ένιωσα, εντελώς απροσδόκητα, μια θλίψη που δε θα ξανάβλεπα το  γιασεμί, σα να επρόκειτο γι’ αγαπημένο πρόσωπο που θα αποχωριζόμουνα για πάντα. Βγήκα όπως ήμουν, με τις σαγιονάρες, κι άρχισα να κόβω και να μυρίζομαι τα τελευταία άσπρα ανθάκια του. Το άρωμά τους κατέβηκε τόσο βαθιά μέσα μου, που τα μάτια μου υγράνθηκαν. «Αδιόρθωτε αισθηματία !» ειρωνεύτηκα τον εαυτό μου και κίνησα ν’ απομακρυνθώ από το γέρικο γιασεμί. Μα το δεξί μου πόδι δεν σηκωνότανε, σαν κάτι να το κρατούσε δεμένο στη γη. Το ίδιο και τ’ αριστερό.  Και τότε είδα πως τα δάχτυλα των ποδιών μου είχανε γίνει ρίζες και είχανε χωθεί στο χώμα του κήπου. Δέκα δυνατές ρίζες που βυθιζόταν όλο και πιο βαθιά. Και τα δάχτυλα των χεριών μου γινόταν βλαστοί που πετούσανε φύλλα. Όσο κι αν φαινόταν απίθανο, μεταμορφωνόμουν σε δέντρο, από κείνα τα καλλωπιστικά των μικροαστικών κήπων! Κουνούσα απελπισμένα τα κλαδιά μου, ήθελα να φύγω, μα ήταν αδύνατο. Πλάι στις ρίζες μου άσπριζε, πεσμένο, το αεροπορικό μου εισιτήριο.
Βασίλευε ο ήλιος όταν ήρθε η Ελένη. Το περίεργο είναι πως με την πρώτη ματιά μ’ αναγνώρισε, παρά την μεταμόρφωσή μου. Αγκάλιασε τον κορμό μου, ακούμπησε το κεφάλι της σ’ ένα από τα κλαδιά μου κι άρχισε να κλαίει, μάλλον από χαρά, όπως φάνηκε σε λίγο. Σιγά – σιγά έβγαζε κι εκείνη ρίζες και μεταβαλλότανε σε κισσό, που όλο και πιο πολύ γαντζωνόταν απάνω μου. Ένα πυκνό φύλλωμα με τύλιγε παντού. Αμολούσε συνέχεια μακριούς πλοκάμους κι ανέβαινε, φτάνοντας ως την κορυφή μου, ενώ δεν έπαυε να μουρμουρίζει, σ’ ένα είδος παραληρήματος, πως αυτό ονειρευότανε πάντα, να ‘μαστε ενωμένοι αξεχώριστα, ένα σώμα και μια σκέψη, σ’ όλης μας τη ζωή.
Είχε κυριαρχήσει πια ολοκληρωτικά πάνω μου, ρύθμιζε ακόμα και την ποσότητα του αέρα που μ’ άφηνε ν’ αναπνέω….»[1]
           

          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 305/ Κυριακή 05 Νοέμβρη 2017.




[1] Ένα από τα τριάντα δύο μικρά πεζά του βιβλίου του Γιώργη Μανουσάκη με τίτλο «Ένα κρανίο καρφωμένο στο κιγκλίδωμα», Εκδόσεις «Οι Εκδόσεις των Φίλων», Αθήνα 1999

Δευτέρα 30 Οκτωβρίου 2017


            Οι νέοι υγιείς και δυνατοί κάποια στιγμή γερνούν και γίνονται αδύνατοι. Αργά η γρήγορα ο ουρανός ανοίγει διάπλατα για τους νεώτερους. Ο θάνατος είναι μια βέβαιη και καθημερινή στιγμή που κανείς δεν μπορεί ν’ αποφύγει.
            «Πάσα σαρξ ως ιμάτιον παλαιούται, η γαρ διαθήκη απ’ αιώνος, θανάτω αποθανή[1]», δηλαδή: «Κάθε άνθρωπος γερνάει, παλιώνει σαν το ρούχο, ο αιώνιος νόμος είναι να πεθαίνεις»
            Τούτο το θέμα διαπραγματεύεται άριστα ο Γιώργης Μανουσάκης[2] στην ποιητική του συλλογή «Άνθρωποι και Σκιές»[3].
            Μιλά γι’ αυτούς που κάποτε γεμίζανε το σπίτι μ’ ένα κορμί τριζάτο, κι η φωνή τους ηχούσε σα βροντή.. Πως ζάρωσαν μέσα σε λίγα χρόνια, ίσκιοι τώρα λιγνοί, συμμαζεμένοι… Τραβήχτηκαν στις πιο απόμερες γωνιές, και πεθαίνουνε μια νύχτα διακριτικά και αθόρυβα...[4]
             Παρατηρεί τον ηλικιωμένο μαρμαρά με την απόμακρη και βαριά θλιμμένη έκφραση. Τον έβλεπε στην ίδια θέση πάντα σαν περνούσε από το μαρμαράδικο αργά τ’ απόγευμα και αναρωτιόταν: Είναι στ’ αλήθεια ο μαρμαράς ή κάποιος πεθαμένος που σηκώθηκε κι ακουμπισμένος στο σταυρό του κατοπτεύει την κίνηση του δρόμου; Σαν να μην του’ κανε καμία εντύπωση ότι έβλεπε, μπρος σ’ άλλα πράγματα σπάνια και τρομαχτικά που τα’ χει δει ποιος ξέρει που και πότε…[5]
            Στην ποίηση του Γιώργη Μανουσάκη ο θάνατος είναι τόσο φοβερός όσο και ασήμαντος. Είναι μπροστά μας ή  πίσω μας σε απόσταση δευτερολέπτου ή αιώνα.
            Άλλοτε μας διαπερνά και χάνεται:
            «Κουβέντιαζαν με ζέση τα νέα της γειτονιάς, τα νέα της πόλης. Σα να μην έπιανε το κέντρο του δωματίου κείνο τ’ ομοίωμα ανθρώπου ανάμεσα στις δύο λαμπάδες που σιγόκαιγαν. Σα να’ χε μεταμορφωθεί ο παππούς σ’ ένα σπιτίσιο πράγμα, σ’ εν’ ακόμη έπιπλο από κίτρινο ξύλο...[6]»

            Άλλοτε καρφώνεται για πάντα μέσα μας:
            «Δυόμιση η ώρα μετά τα μεσάνυκτα…
Κάτω στο νεκροθάλαμο ο υπεύθυνος ζητά την βοήθεια μας να βάλουμε την νεκρή στο φέρετρο.
Έπιασα από τα πόδια κι άλλος ανιψιός απ’ τις μασχάλες.
Φύγαμε όλοι τραβώντας την πόρτα…
 Εγώ όμως ψέγω τον εαυτό μου που σ’ άφησα μόνη μέσα στη νύχτα στον παγερό ετούτο θάλαμο, εσένα που με σήκωσε τόσες φορές στα χέρια σου μικρό παιδί, που ‘λεγες τ’ όνομά μου με τρυφερότητα σα να’ μουν το παιδί που δε σου έδωσε ο Θεός.
Να μου ‘χεις άραγε παράπονο;
Πάντα σου ευγενική δεν ήρθες να μου παραπονεθείς στον ύπνο..[7]»

Τούτοι εδώ που χάσαμε ή που θα χάσουμε «σα δέντρα μεγαλόκλαδα σκέπαζαν κάποτε τον παιδικό ουρανό μας». Και σαν αραιώνουν τα κλαδιά ετούτα και τα φυλλώματα αρχίζουν να πέφτουν, τότε, «πάνω από τα κεφάλια μας ανοίγονται  πλατιά διαστήματα κενού. Σα να συμπαρασύρουν στην πτώση τους κομμάτια απ’ το γαλάζιο ουρανό.»[8]                               

          Σταυρουλάκης   Αρτεμ.   Κωνσταντίνος
Οικονομολόγος Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Θεσ/κης
Λογιστής-Φοροτεχνικός Α’ Τάξης  
Άρθρο υπ’ αρ. 304/ Κυριακή 29 Οκτώβρη 2017.




[1] Σοφία Σειράχ ΙΔ’ 17 – Παλαιά Διαθήκη.
[2] Ο Γιώργης Μανουσάκης (Χανιά1933 – 9 Φεβρουαρίου 2008) ήταν Έλληνας συγγραφέας. Ήταν ποιητής και πεζογράφος και έχει γράψει επίσης φιλολογικά δοκίμια και μελέτες. Μεταξύ άλλων τιμήθηκε για το έργο του με το Βραβείο Καζαντζάκη.
[3] «Άνθρωποι και Σκιές» Εκδ. Αστρολάβος/Ευθύνη, 1995
[4] «Ίσκιοι Λιγνοί», σελ 9 .
[5] «Άνθρωπος στην Σκιά», σελ 11
[6] «Ξενύχτισμα», σελ.24
[7] «Κρυώνουν οι νεκροί;», σελ, 22-23
[8]  «Ορφάνια», σελ.10